παλινῳδία


παλινῳδία
палинодия (новая песнь, противоположная прежней)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "παλινῳδία" в других словарях:

  • παλινῳδία — παλινῳδίᾱ , παλινῳδία palinode fem nom/voc/acc dual παλινῳδίᾱ , παλινῳδία palinode fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινῳδίᾳ — παλινῳδίαι , παλινῳδία palinode fem nom/voc pl παλινῳδίᾱͅ , παλινῳδία palinode fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινωδία — Η επανάληψη μιας ωδής ή η αναίρεση του περιεχομένου της με άλλην. Εισηγητής της π., κατά την παράδοση, ήταν ο Στησίχωρος. Ο Στησίχωρος έβρισε με μιαν ωδή την Ελένη και έχασε το φως του. Θεωρώντας το γεγονός ως τιμωρία, έγραψε μιαν άλλη εξυμνητική …   Dictionary of Greek

  • παλινῳδίας — παλινῳδίᾱς , παλινῳδία palinode fem acc pl παλινῳδίᾱς , παλινῳδία palinode fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ПАЛИНОДИЯ —    • Παλινωδία,          новая песнь, противоположная другому, раньше сочиненному стихотворению и служащая как бы отречением от последнего. Знаменита была П. Стесихора (см. Стесихор), который написал сначала стихотворение, оскорбительное для… …   Реальный словарь классических древностей

  • παλινωιδίαι — παλινῳδία palinode fem nom/voc pl παλινωιδίᾱͅ , παλινῳδία palinode fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινῳδίαν — παλινῳδίᾱν , παλινῳδία palinode fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινῳδίαις — παλινῳδία palinode fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινωδικός — παλινῳδικός, ή, όν (Α) [παλινωδία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην παλινωδία («παλινῳδικοὶ ὕμνοι», Κρατίν.) …   Dictionary of Greek

  • παλινωιδία — παλινωιδίᾱ , παλινῳδία palinode fem nom/voc/acc dual παλινωιδίᾱ , παλινῳδία palinode fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Стесихор — (Στησίχορος, Stesichorus) древнегреческий поэт, представитель хорической медики, уроженец сицилийского города Гимеры (по другим локрийского Матавра); жил во второй половине VII и первой половине VI в. до Р. Хр. (умер около 1556 г. до Р. Хр.). По… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона